Ουρανούπολη’s Παρασκευο-Weekend ptΙI

Yeap, αυτό είναι το περιζήτητο δεύτερο μέρος των περιπετειών – απομνημονευμάτων μου από το μοναδικό πραγματικό τριήμερο διακοπών μου για αυτό το καλοκαίρι. Το γράφω στο Λονδίνο, τώρα που όλα τα πάρτυ και οι χαρές χαλαρώσανε και εγώ κάθομαι στο docklands dormroom αναπολώντας το καλοκαιράκι…

Είχαμε μείνει στο ωραίο παραλιάκι που κάναμε το private μπάνιο μας. Μετά από αυτό και αφού επιστρέψαμε το ποδήλατο ακριβώς στην ώρα τουμέχρι και ο watersportας απόρρησε πως μπορέσαμε χωρίς ρολόι να είμαστε ακριβώς και να μην μας χρεώσει παραπάνω ούτε ένα λεπτό.

Αφού φάγαμε στη παραλία ένα ωραίο αμερικανίσιο hot-dog που μπορείτε να διακρίνετε στην εικόνα παρακάτω…

Genuine American Hot Dog. Yeap, that’s right. Κοιτάξτε αλουμινοχαρτο-περιτύλιγμα με τα αστέρια της σημαίας των Ηνωμένων Πολιτειών. Αν ειναι να κάνεις μία δουλειά, να την κάνεις σωστά.

Ωραιότατο ήταν. Εξαίσιο. Όλοι εμείς οι Έλληνες είμαστε γνώριμοι με την ακατανίκητη αίσθηση πείνας που μας πιάνει μετά το μπάνιο στη θάλασσα για ένα απροσδιόριστο και ανεξήγητο λόγο. Και όχι, μην μου πείτε ότι φταιει το αλάτι…

Η ώρα λοιπόν είχε φτάσει για να μαζεύουμε τα κουβαδάκια μας και να μετακομίσουμε σε άλλη παραλία.

Κατά κυριολεξία όμως.

Όπως είχε πεί και ο Βενιζέλος στον Τσίπρα πριν λίγο καιρό και η ωριμότητα αυτής της συζήτησης με ενέπνευσε να μάθω απ’έξω τη συνομιλία και να χαρίζω άφθονες στιγμές γέλωτα και χαχανίσματος στους τριγύρω μου. Μπορεί κάποιος να απολαύσει το βίντεο εδώ.

Και λοιπόν αλλάξαμε παραλία, αλλά δεν πήγαμε σε παραλία. Πήγαμε ξανά στην πισκίνα. Και μετά από αυτό, αφού έκανα κάποια ωραία μακροβούτια, όλοι το παραδέχτηκαν και πήγαμε για να ετοιμαστούμε για την κτηνωδία no2.

Κάποιος όμως δεν ήταν τόσο χαρούμενος γι’αυτό. Ο υπερφυσικά μεγάλος σε μέγεθος και ηλικία, σχιζοφρενής μπέμπης του ξενοδοχείου που χτυπούσε απειλητικά το μαχαίρι στο τραπέζι και όλο “τύχαινε” να κάθεται ακριβώς πίσω μας.

Γι’αυτό το λόγο και η Αναστασία όταν πήγε ο Bill να γεμίσει το πιάτο του, πήγε πίσω του και μουρμούριζε με φωνή αλά Σταλλόνε – σε αυτήν την ταινία είναι σαν να έβαψε τα μαλλιά του με Camel για τα παπούτσια-

ο σχιζοφρενής δολοφόνος με το πριόνι δεν κωλώνει”

και κάτι άλλα τέτοια αισχρά πράγματα. Το λαχανόπαιδο χέστηκε τόσο πολύ επάνω του που έριξε το πιάτο του. Όχι, ότι αυτό έγινε ποτέ, αλλά έτσι έχει πιο πολύ πλάκα, doesn’t it?

Anyway, αφού φάγαμε του σκασμού once again (τί έχω πάθει ρε γαμώτο με αυτή την αγγλική) ήταν η ώρα για κάποια πολύ ωραία cocktails. Τα κορίτσια δεν θυμάμαι τι είχαν να κάνουν και εγώ μαζί με το λαχανόπαιδο έπρεπε supposedly να πιάσουμε τραπέζι επειδή υπήρχε ένα greek night pool party και θα εγένετο ΠΑΝΙΚΟΣ – έτσι λέει και ο αφεντικός

(που παρεπιπτώντος αν και αφεντικός αυτή τη στιγμή στο Tooting Bec δεν έχει καν χώρο να στήσει το laptop με τους σκληρούς δίσκους του. Ενώ εγώ στο Docklands έχω στημένο laptop, server laptop, router, external hdd, και-μπόλικα-άλλα-πράγματα-που-δεν-χρειάζονται. Μπηχτή αφεντικό.).

Έτσι λοιπόν είπαν αυτές.

Εμείς τριγυρνούσαμε σχολιάζοντας τον κόσμο και καθίσαμε και λίγο στον καναπέ της κριτικής επιτροπής της ρεσεψιόν. Κατόπιν πήγαμε και πιάσαμε το πιο χάλια τραπέζι, according to the feedback we took back later. Και όχι, δεν ξέραμε τι να παραγγείλουμε. Τρείς φορές πήγε και ήρθε το παιδί. Το γκαρσόνι.

Κάποια στιγμή θα σας διηγηθώ και για τα μοτογκαρσόνια της παραλίας Διονυσίου, στη Χαλκιδική. Για να λάβετε τα νέα από πρώτο χέρι, ρωτήστε αυτήν, θα ξέρει.

Για πρώτη φορά στη ζωή μου είχα φάει τόσο πολύ, που το σκεφτόμουν για να πιώ ποτό. Ναι, Alex Hughes εδώ.

Ξαναήρθε το γκαρσόνι πίσω, κρατώντας στο ένα χέρι μία επιχειρησιακή αμερικάνικη καραμπίνα και στο άλλο ένα τσεκούρι. Όχι, λάθος, ένα τέτοιο τσεκούρι.

Μάλλον το είχαμε παρακάνει. Μάλλον το παρακάνω και εγώ τώρα αλλά νταξ. Τελοσπάντων παραγγείλαμε και ήταν πάρα πολύ ωραία.

Ήπιαμε, κοιμηθήκαμε, ξυπνήσαμε, ΞΑΝΑφάγαμε και σιγά σιγά, ήταν η ώρα να γυρίσουμε πίσω στην αγαπημένη μας συμπρωτεύουσα και νύφη του Θερμαϊκού Θεσσαλονίκη. Μετά από ένα καταπληκτικότατο μπάνιο στην Ιερισσό που συνοδεύτηκε από μια-εντελώς-χημική-γρανίτα-που-σου-αλλάζει-χρώμα-τη-γλώσσα ήταν η ώρα του φαγητού, και ώρα για σοβαρές αποφάσεις.

Αποφασίσαμε λοιπόν να κατευθυνθούμε προς τον Άγιο Πρόδρομο Χαλκιδικής, όχι για να μας βαφτίσει, αλλά επειδή φημίζεται για τα σουβλάκια του.

Η διαδρομή κατά τη γνώμη μου ήταν εξαίσια, θεσπέσια, σημειώνοντας χρόνο ρεκορ στους δρόμους του Χολομώντα. Δεν μπορώ να πώ ότι ενθουσιάστηκαν βέβαια και οι υπόλοιποι συνεπιβάτες though.

Μα και φυσικά περάσαμε και από την Αρναία, που έχει μία βρύση στη μέση του χωριού και οι κάτοικοι ισχυρίζονται ότι όποιος πιεί νερό από εκείνη εκεί την βρύση, θα παντρευτεί μία ντόπια από εκεί.

Είχα πιεί μικρός νερό από εκεί, δεν θα ξαναρισκάρω, ευχαριστώ. Άλλη φάρα και αυτοί οι Χαλκιδικιώτες. Δεν θα κάνω τον κόπο να σχολιάσω και να τους δώσω αξία. Αν είσαι Χαλκιδικιώτης και προσβλήθηκες, μπορεί να ανήκεις στη δεξιά μεριά της κανονικής κατανομής που μετράει την “σπαστικότητα” των Χαλκιδικιωτών. Αλλά φυσικά με αυτή τη λογική όλοι θα θέλουν να είναι από τη δεξιά μεριά. Αλλά ο κανείς δεν θα ξέρει ποιος δεν είναι προς τη μέση, άρα εκτός και αν βρέθηκες εκεί καταλάθος (στη χαλκιδική να οδηγάς το navara με τις μπάντες), ανήκεις στο Χαλκιδικιώτικη φάτσα, Χαλκιδικιώτικη ράτσα.

Φτάνοντας κανείς στον Άγιο Πρόδρομο λοιπόν, το πρώτο πράγμα που αντικρίζει είναι οι φημισμένες ταβέρνες, με τα φημισμένα σουβλάκια τους. Τα ονόματα δεν είναι και για βραβείο πρωτοτυπίας θα έλεγε κανείς.

Ταβέρνα ο Σάκης, Ταβέρνα ο Λάκης, Ταβέρνα ο Μπάμπης και πάει λέγοντας.

Μια στιγμή. Ταβερνα η Μαρία;;; Yeah! Τέλος στη μαφία του σουβλακιού ή σουβλακίου. Εδώ θα φάμε. Πάει και τελείωσε.

(Πάντα οι γυναίκες παίρνουν τις τελικές αποφάσεις. Αλλά αν τα σκατώσουν, φυσικά και φταίς εσύ που το πρότεινες. Άσχετα αν λένε ότι δεν έχουν πρόβλημα.)

Υπέροχα μπορώ να πώ πως ήταν για άλλη μιαν φοράν. (Όπως λέμε τσίμπα μιαν ελιάν). Και ναι, δεν είμαι σεξιστής, αλλά προφανώς και λόγω της γυναικείας ιδιοκτησίας της ταβέρνας, οφείλεται η αυξημένη καθαριότητα και νοστιμιά των πιάτων σε σχέση με τις άλλες ταβέρνες.

Μα αφού δεν έχεις φάει στις άλλες ταβέρνες.

“Ναι, ο από πάνω έχει δίκαιο. ΠΟΥΛΗΜΕΝΕ ΔΙΑΙΤΗΤΗ, ΠΟΣΑ ΠΗΡΕΣ ΤΟ ΠΡΩΙ. ΟΟΟΟΟ ΜΠΑΟΚΑΡΑ ΕΧΩ ΤΡΕΛΑ ΜΣΤΟΜΥΑΛΟΟΟΟΟΟΟ

Σκάστε όλοι, έτσι είναι τα πράγματα και λήξις. Όχι μπορώ να σας διαβεβαιώσω γιατρέ ότι δεν ακούω φωνές. Ακόμα. Τουλάχιστον είναι μόνο 2. Όχι τρείς. Φτάνει. ε.

Λοιπόν η συνέχεια δεν έχει και τόσο ενδιαφέρον, ναι, κολλήσαμε τελικά στην κίνηση, αλλά δεν ήταν και τόσο τραγικά… Χμμ τι άλλο. Α! Φυσικά και επισκεφθήκαμε τον υδροβιότοπο-σκουπιδότοπο με όνομα ΦΡΑΓΜΑ ΘΕΡΜΗΣ. Πήραμε κάτι ωραίες βάφλες με παγωτό και espresso.

Ερωτεύτηκα τη σερβιτόρα, την λέγανε Ελένη (άντε πάλι)
Και αυτή με ερωτεύτηκε (άντε καλά)

Αν διαβάζεις αυτό Ελένη, σε παρακαλώ, δεν είναι αυτός ο αληθινός μου εαυτός. Είναι κάτι πολύ καλύτερο και ιδανικό σε σχέση με την πραγματικότητα. Όχι για φαντάσου δηλαδή.

Γι’αυτό συνέχισε να πηγαίνεις στη δουλειά,
καθώς τώρα είμαστε πια και κάμποσα μίλια μακριά,
ίσως τελικά δεν έχουμε και τόσα κοινά,
σου τύφλωσαν τα μάτια, τα σγουρά μου τα μαλλιά.

Καθώς έφερνες λογαριασμό,
έριξα επάνω μου το νερό,
και εσύ γελούσες θαρρώ,
καθώς εγώ έψαχνα να σε βρώ.

Μην γελάς με αυτά που γράφω μάτια μου,
εγώ μαζεύω τα κομμάτια μου,
διαλύω τα στην άμμο χτισμένα παλάτια μου
και δίνω αλλού τα χάδια μου.

Αυτά. Μόλις δημοσίευσα τις διακοπές μου στα internetια, αλλά αφού έχω στόχο να ζήσω εδώ στο Ηνωμένο Βασίλειο τη ζωή μου, δεν μπορείτε να με λιντζάρετε.

Seriously.

 

One thought on “Ουρανούπολη’s Παρασκευο-Weekend ptΙI”

Leave a Reply